κυριολογώ


κυριολογώ
κυριολογῶ, -έω (AM)
1. μιλώ με κυριολεξία, κυριολεκτώ
2. αποκαλώ κάποιον με τον τίτλο κύριος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < κύριος + -λογῶ (< λόγος < λέγω), πρβλ. ανα-λογώ, ψευδο-λογώ].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • -λογώ — (AM λογῶ, έω) β΄ συνθετικό ρημάτων όλων τών περιόδων τής Ελληνικής, τα οποία αρχικά σχηματίστηκαν από ονόματα σε λόγος (πρβλ. αισχρολογώ < αισχρολόγος), ενώ στη συνέχεια το β συνθετικό λογώ λειτούργησε ως παραγωγική κατάληξη, με αποτέλεσμα να… …   Dictionary of Greek

  • κυριολογία — κυριολογία, ἡ (Α) [κυριολογώ] 1. η κυριολεξία, η χρήση λέξεων ή εκφράσεων με την κύρια σημασία τους 2. η ακριβής και πραγματική σημασία μιας λέξης 3. το να ονομάζει κανείς κάποιον κύριο («τὴν κυριολογίαν ἀρνουμένου τὴν περὶ αὐτοῡ», Αθανάσ.) …   Dictionary of Greek

  • κύριος — α, ο, θηλ. και ία (AM κύριος, ία, ον, θηλ. και ος) 1. αυτός που έχει δύναμη, εξουσία πάνω σε κάποιον, εξουσιαστής, κυρίαρχος (α. «ο στρατός είναι κύριος τής κατάστασης» β. «θανάτου δὲ τὸν βασιλέα τῶν συγγενών μηδενὸς εἶναι κύριον», Πλάτ. γ.… …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.